Μετρητής

mod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_counter
mod_vvisit_counterΣήμερα950
mod_vvisit_counterΧθές6565
mod_vvisit_counterAll6309778
°F | °C
invalid location provided
Πες μου ποιος φταίει, μπαμπά...

 

Περικοπή μισθών, περικοπή δαπανών,  μείωση σπατάλης στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, αύξηση εσόδων, spreads, επιτόκια ομολόγων, ασφάλιστρα κινδύνου, stress tests... Τους τελευταίους μήνες, ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, θέλοντας και μη, έχει μάθει για τα καλά την οικονομική ορολογία και επιδίδεται σε ασφαλείς (;) προβλέψεις για τη πορεία τόσο της ελληνικής οικονομίας όσο τη και τη δική τους οικονομική επιβίωση. Φτάσαμε ένα βήμα πριν το χείλος του γκρεμού και πριν πέσουμε, η τρόικα, μας έδωσε σχοινί για να σωθούμε. Μόνο που το σχοινί δεν είναι από κάπου πιασμένο, το κρατάει γερά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το ΔΝΤ και οι φίλοι μας εταίροι στην Ευρωζώνη. Και αν δεν αλλάξουμε ριζικά, θα το αφήσουνε από τα χέρια τους, αφήνοντας έτσι κάθε ελπίδα διάσωσης της ελληνικής οικονομίας. Ας μη γελιόμαστε: ως χώρα καταφέραμε να εξαγοράσουμε χρόνο και τίποτα παραπάνω, το αν τελικά θα επιβιώσουμε, εξαρτάται αποκλειστικά από τα δικά μας, ελληνικά χέρια.

Ακούω συνεχώς πως, για τη κατάσταση αυτή, φταίνε οι πολιτικοί που ψηφίζουν τους νόμους, φταίνε οι δημοσιογράφοι που χαλιναγωγούν τη κοινή γνώμη, φταίνε οι επιχειρηματίες που κερδοσκοπούν, φταίει το σύστημα. Αλήθεια, αυτό το ρημάδι το σύστημα, ποιος το δημιούργησε, ποιος το συντηρεί και ποιους εξυπηρετεί; Εμείς, ως πολίτες, δεν έχουμε ευθύνη; Ο μεγάλος Αριστοτέλης είχε πει πως «το να θυμώσει κάποιος είναι εύκολο. Το να θυμώσει όμως κάποιος με το σωστό άνθρωπο, στο σωστό βαθμό, για το σωστό λόγο και με το σωστό τρόπο, αυτό είναι δύσκολο». Άραγε, έχουν κάνει την αυτοκριτική τους όσοι εύκολα εξαπολύουν την οργή τους κατά παντός υπευθύνου; Οι όροι του μνημονίου είναι πράγματι επαχθείς και πρωτόγνωροι για την ελληνική κοινωνία που είχε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια στη νοοτροπία του «περιούσιου λαού της Ευρώπης». Επί τούτου, κανείς δε λέει το αντίθετο. Η έκφραση όμως «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» αντικατοπτρίζει την αναγκαιότητα της αλλαγής, πρωτίστως σε επίπεδο νοοτροπίας των πολιτών και αντιμετώπισης των πραγμάτων. Ο Στέφανος Τσιτσόπουλος, σε μια προσπάθεια αποτύπωσης της ελληνικής πραγματικότητας τα τελευταία χρόνια, παρατηρεί πως «Η συ­νεισφορά μας στην ΟΝΕ, εκτός από πλαστά στατι­στικά στοιχεία κι επιδοτήσεις που γίνονταν χαρτο­πετσετάκια, ήταν οι δέκα τρόποι για να τσακίσεις την πιστωτική σου κάρτα κι ο φρέντο καπουτσίνο Χωριάτικη σαλάτα στα 10 ευρώ, ντομα­τίνια ιταλικά, φέτα δανέζικη, λάδι σικελιάνικο. Δεν παρήγαμε τίποτα. Ψαροταβέρνες έψηναν φαγκριά Σενεγάλης, σαμπανιέρες στην άμμο, ο lounge ήχος του παριζιάνικου hotel «Costes» αντι­λαλούσε στην Ξάνθη και τα Ψακούδια.»

Είναι γεγονός πως έχουμε φτάσει στο χειρότερο σημείο ποτέ ως χώρα στα οικονομικά μας (μάλλον καλύτερα στα δημοσιο-οικονομικά μας) και η βοήθεια από τη τρόικα είναι επιβεβλημένη. Από τη στιγμή που δε μπορούμε εμείς, ως λαός, να βάλουμε τάξη στο σπίτι μας, θα το κάνουν άλλοι, και με πιο βίαιο τρόπο. Τα μέτρα αυτά που υιοθετήθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση, σαν εργαλεία άσκησης οικονομικής πολιτικής, υπάρχουν εδώ και πολλά χρόνια (όποιος θέλει, μπορεί να ανατρέξει στα κιτάπια νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων που τα έχουν προτείνει κατά καιρούς). Το πρόβλημα όμως της Ελλάδας είναι πρωτίστως πρόβλημα «νοοτροπίας» και «ανάλαφρης» αντιμετώπισης των προβλημάτων μας. Όπως εύστοχα γράφει ο Τσιτσόπουλος «ήμασταν μια χώρα που ζούσε σε παροιμιώδεις φαντασιακούς ρυθμούς. Και ξαφνικά, στοπ. Ανώμα­λη προσγείωση. ΔΝΤ. Φέρτε τα λεφτά πίσω. Τι έγινε; Χιούστον, Κεφαλάρι, Πανόραμα, Λάρισα, we have a problem». Στην Ελλάδα, ο μέσος όρος εργατοωρών είναι, ίσως, ο μεγαλύτερος στην Ευρώπη και, αντίστοιχα, οι απολαβές είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη. Συνεπώς, δε τίθεται θέμα ανταγωνιστικότητας όσον αφορά τους μισθούς των εργαζομένων. Με λίγα λόγια, δεν έχουμε πρόβλημα επειδή είμαστε ακριβοί, και άρα οι επιχειρήσεις μετακυλύουν το κόστος τους στα προϊόντα τους και άρα τα προϊόντα αυτά δεν είναι ανταγωνιστικά στη διεθνή αγορά λόγω μείωσης των εξαγωγών μας.  Έχουμε πρόβλημα ανταγωνιστικότητας αλλά όσον αφορά τη καινοτομία του προϊόντος, όσον αφορά τις νέες τεχνολογίες και τις διαδικασίες παραγωγής στους τομείς που παραδοσιακά είχαμε και έχουμε (;) πλεονέκτημα. Εξάλλου, δε χρειάζεται να είμαστε καλοί παντού, αρκεί να έχουμε συγκριτικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε ορισμένους τομείς έναντι άλλων χωρών. Και το πλεονέκτημα αυτό, το έχουμε (τουρισμό, γεωργία, αλιεία) αλλά δυστυχώς δε το εκμεταλλευόμαστε.

Προσωπικά, θεωρώ πως είναι κατά πολύ προτιμότερο να γίνουμε ανταγωνιστικοί με το να καλυτερεύσουμε τα προϊόντα μας και τις υπηρεσίες μας και να ομαλοποιήσουμε τις παραγωγικές μας διαδικασίες, παρά να γίνουμε πιο ανταγωνιστικοί με το απλά να γίνουμε πιο φθηνοί. Για να γίνει αυτό όμως, πρέπει να αφήσουμε τον «αυτόματο πιλότο» που ο κάθε ένας από εμάς διαθέτει, να κάνουμε την αυτοκριτική μας και να δουλέψουμε συστηματικά και μεθοδικά ώστε να μπορέσουμε κάποτε να είμαστε ξανά περήφανοι που είμαστε Έλληνες και Ελληνίδες. Δεν έχω νιώσει  ακόμη την ευτυχία του να γίνω πατέρας και δε θα ήθελα με τίποτα να νιώσω συνυπεύθυνος όταν μελλοντικά το παιδί μου, με ρωτήσει «μπαμπά, ποιος φταίει τελικά;»

 

                                                                                                       Γαρδικιώτης Δημήτρης

                                                                          Οικονομολόγος, Msc.