Μετρητής

mod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_counter
mod_vvisit_counterΣήμερα766
mod_vvisit_counterΧθές4181
mod_vvisit_counterAll5490481
°F | °C
invalid location provided
Η ΓΕΝΙΑ ΠΟΥ ΓΡΑΦΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ
Σάββατο, 21 Δεκέμβριος 2019 21:34

Pallas-Mikro-CV-2

Αναλύει: Ο Βαγγέλης Πάλλας Δημοσιογράφος – Ερευνητής – Αναλυτής – Α.Ε.J./I.F.J.

 

Το ότι οι άνθρωποι δεν μαθαίνουμε και πολλά από τα μαθήματα της ιστορίας είναι το σημαντικότερο από όλα τα μαθήματα που έχει να μας διδάξει η ιστορία…

Ανήκω στη γενιά που άνοιξε τα μάτια λίγα χρόνια πριν απ’ τον πόλεμο με τους ξένους, τους φασίστες, και γεύτηκε την αγριότητά του λίγο στις φασκιές κι άλλο λίγο στα πρώτα βήματα. Είναι η γενιά που τον πόλεμο με τους ντόπιους τους φασίστες τον πέρασε στην αλάνα της γειτονιάς, παίζοντας μ’ ένα πάνινο τόπι.

Είναι παράξενο κι όμως ειν’ αλήθεια. Εμείς οι μικροί νοιώσαμε τότε πιο βαθιά την αδικία, τον πόνο για τον χαμό ενός συγγενή, ενός γείτονα, ενός γνωστού. Γιατί εμείς οι μικροί, πιο πολύ απ’ τους μεγάλους, πιστέψαμε στ’ αυτιά μας σαν τέλειωσε ο πόλεμος το΄44· «Τώρα πια η Λευτεριά, η Δικαιοσύνη, η Δημοκρατία κερδήθηκαν. Θ’ ανταμειφθούν και θα καρπίσουν οι κόποι κι οι θυσίες αυτών που δόσαν ένα κομμάτι απ’ το σώμα τους ή τη ζωή τους για τη λευτεριά. Θα δικαστούν και θα τιμωρηθούν σαν προδότες κείνοι που δούλεψαν για τον ξένο κατακτητή…».

Κι ύστερα είδαμε πράγματα παράξενα. Οι φυλακές γιομίσαν και τα ρημονήσια μας συρματοφράχτηκαν. Αυτούς που ξέραμε από τους γονείς μας πως είναι ήρωες, τώρα τους χλευάζουν, τους βρίζουν οι κρατούντες. Τους κλείνουν στις φυλακές ή τους στέλνουν παρέα στα φίδια των ξερονησιών.

Είδαμε τόσα που τα μικρά μας μάτια δεν τα χωρούσαν και το μυαλό μας δεν τα ’φτανε. Νοιώσαμε πίκρα στην αρχή για τους γονείς μας, αφού μας περνούσ’ απ’ το μυαλό πως εκείνοι ήταν που λάθευαν στην κρίση τους για τους ανθρώπους. Μα σιγά-σιγά, πιάνοντας την άκρη του νήματος της αδικίας, νιώσαμε πόνο. Κι όσο βλέπαμε την αδικία να θεριεύει, ο πόνος μεγάλωνε, φούντωνε… Η αγανάκτηση μας πλημμύριζε. Στην κορυφή αλλαγή· της βάρδιας στην φρουρά της φυλακής με τους φασίστες Γερμανούς. Κι ο πατέρας αυτόν που φοβόταν στη γειτονιά, στην κατοχή, τον ίδιον εξακολουθούσε να φοβάται καταδότη.

Ψάχναμε να βρούμε τρόπους να εκφράσουμε την αγανάκτησή μας. (…) Τους βρήκαμε μ’ ένα αντιστασιακό τραγούδι, με μια Μαραθώνια πορεία, μ’ ένα σύνθημα που γράφαμε στους τοίχους.

Κι όλα τούτα τα χρόνια, με τη χούντα πάντα τους ίδιους ανθρώπους φοβόμασταν. Αυτούς τους φοβόταν κι ο πατέρας… Ο γείτονας, ο παλιός φασίστας, ήταν πάντα αυτός ο ευνοούμενος της οποιασδήποτε κυβέρνησης, ήταν πάντα αυτός ο «εθνικόφρονας».

Τώρα, μετά την καινούργια «απελευθέρωση», πάλι οι κρατούντες λεν τα ίδια «η Λευτεριά, η Δικαιοσύνη, η Δημοκρατία κερδήθηκαν και ήρθε η ώρα να».

Όμως χτες, δυο μήνες μετά την «απελευθέρωση», ο παλιός γνώριμος φασίστας ζωγράφισε στη Θεσσαλονίκη, έξω από ένα θέατρο, έναν αγκυλωτό σταυρό… Έτσι ήρθαν τα πράγματα πάλι στην αρχή… Όπως εμείς μικρά παιδιά τότε, αμφισβητήσαμε την κρίση των γονιών μας για το ποιοι ειν’ οι καλοί και ποιοι οι κακοί, έτσι και τώρα η γενιά που ακόμα παίζει τόπι αμφιβάλει για μας όταν ακούει πως οι φονιάδες του Πολυτεχνείου κυκλοφορούν ελεύθεροι, πως τιμωρία των βασανιστών είναι να υπηρετούν στα σύνορα (!). Αμφιβάλει για μας μέχρι να πιάσει την αρχή της αδικίας και να συνεχίσει τον αγώνα για την πραγματική ΛΕΥΤΕΡΙΑ και τη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ.

Εκτός από την «μεγάλη ιστορία» υπάρχει και η μικρή, της οικογένειας. Η «μικρή όμως ιστορία μοιάζει λιγότερο διαμεσολαβημένη».

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ

Μέσα από τη συνεχή πλύση εγκεφάλου, που πραγματοποιούν με την εκπαίδευση, προσπαθούν να επιβάλουν το ψέμα που μπορεί να δικαιολογήσει και σε πολλές περιπτώσεις να κάνει πιστευτή την «αναγκαιότητα» και «σημαντικότητα» της ύπαρξης τους.

Όπου δεν επικρατεί η βία των μέσων παραπληροφόρησης, η επιβολή μέσω του κύρους και της ειδικότητας, τότε μπαίνει σε εφαρμογή η ωμή καταστολή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα στη μετεπαναστατική περίοδο στον ελλαδικό χώρο είναι η περίπτωση της Συνοπτικής Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως του Δημ. Παπαρρηγόπουλου, γιου του γνωστού ιστορικού. Η γνωστοποίηση της επικείμενης έκδοσής της προκάλεσε φοβερές αντιδράσεις στους ιστορικούς κύκλους και δεν έφτασε ποτέ στο τυπογραφείο. Το βιβλίο, (εκτός από την περίπτωση ενός θαύματος), έχει καταστραφεί. Τη θέση του έχει πάρει η πολύτομη Ιστορία του πατρός Παπαρρηγόπουλου, ένα μνημείο σκοπιμότητας. Άλλο ένα περιστατικό ωμής καταστολής, είναι μια επετειακή ομιλία του ριζοσπάστη- αντιοθωνικού βουλευτή Πάτρας Ανδρέα Ρηγόπουλου, με τίτλο Εις την Ανάστασιν του Ελληνικού Κόσμου (1845), η οποία δεν θα εκφωνηθεί λόγω της απαγόρευσης που επέβαλε ο διοικητής Αχαΐας Γ. Οικονομίδης.

Σ' αυτές τις συνεχείς παλινδρομήσεις των ειδικών της εξουσίας μπορούμε να πούμε ότι οφείλεται και η δυνατότητα ανάδειξης της κοινωνικής πραγματικότητας. Όσο τα γραφόμενα, οι κατατεθειμένες εμπειρίες βρίσκονται πιο κοντά στα γεγονότα, που αναφέρονται, τόσο περισσότερο μπορεί κανείς να αντλήσει αδιαστρέβλωτα συμβάντα, τα οποία, όμως, αργότερα θα σκεπαστούν με μια σειρά από ψέματα.

Ας μαλώνουν για την ιστορία. Ας προσπαθούν και πάλι να κατασκευάσουν ψεύτικες συνειδήσεις στην νέα γενιά. Είναι αρκετό ένα απλό ταρακούνημα για να τους κάνει να ψάχνουν με αγωνία «λύσεις»για να προστατεύσουν το αστικό σύστημα.

«Δε μας ένοιαζε o θάνατος. Γιατί ήμασταν νέοι, όρθιοι και κοιτούσαμε μακριά, μπροστά στην ιστορία... Στα δεκαεννιά και τα είκοσι πηγαίναμε στο εκτελεστικό απόσπασμα τραγουδώντας... » Έτσι μάθαινα την ιστορία, μέσα από τις αφηγήσεις του πατέρα, του θείου, του σογιού, απ' όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Γνώρισα το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, το αντάρτικο αλλά και την πείνα, τους δοσίλογους και τους ταγματασφαλίτες, τις φυλακές και τα ξερονήσια αλλά και τους κομμουνιστές κι όσους αγωνίζονταν μέσα από την μετάγγιση της εμπειρίας, των αγωνιών, των πόθων και των πόνων των δικών μου ανθρώπων. Όταν το σχολικό εγχειρίδιο σταματούσε στο «ΟΧΙ» του Μεταξά, ένιωθα την οργή του πατέρα για το δικτάτορα της 4ης Αυγούστου, που μας τον μάθαιναν για ήρωα. Κι αν οι σχολικές διδαχές μιλούσαν για βασιλείς και αστούς πολιτικούς, που σώσανε τη χώρα, εγώ είχα ήδη την εικόνα στο μυαλό μου αυτών που την κοπάνησαν στην Αίγυπτο, μεταφέροντας εκεί τα βασιλικά τους παλάτια. ενώ ο απλός λαός πέθαινε από την πείνα.

Ο πατέρας, πάρα πολλοί πατεράδες και μανάδες, εκείνης της εποχής αναμετρήθηκαν με το τέρας, σε καιρούς  δίσεκτους. Δεν υπολόγισαν ότι ο εχθρός ήταν πιο δυνατός. Ποτέ εξάλλου το «Κούγκι» και το «Κάστρο του Υμηττού», δεν μέτρησε τις δυνάμεις του με τη ρεαλιστικότητα, γι αυτό έγιναν φώτα πορείας για πολλές γενιές. Τα οράματα ψηλώνουν τις καρδιές των ανθρώπων, η αύρα τους χαϊδεύει τις επιλογές τους. Και λες και λένε όλοι: «ναί το 'καναν, γιατί έτσι έπρεπε» κι όχι γιατί υπολόγισαν πως είχαν τη νίκη ολόφωτη να περιμένει στο δρόμο. Αυτά τα οράματα, οι επιλογές, οι πράξεις των ανθρώπων, μας έδωσαν πνοή για να διαβούμε το κατώφλι του αιώνα. Μας έμαθαν την ιστορία, παρά κι ενάντια σε όσους κυρίαρχους, πάσχιζαν να την ξαναχαράξουν στα δικά τους μέτρα. Ζήσαμε την πρώτη μας νιότη με ιδέες, δικαιώματα, απολαβές που αυτοί μας «δάνεισαν». Κι ας το αγνοούσαν οι περισσότεροι. Κι ας νόμισαν πως ηττήθηκαν γιατί δεν έφτασαν στο τέλος που ονειρεύτηκαν.    

Εμείς, τι θα αφήσουμε στα παιδιά μας; Έναν κόσμο λεηλατημένο από δικαιώματα, με τις ανάγκες στην παρανομία και την ελευθερία στο απόσπασμα; Άτολμοι καν να μεταγγίσουμε όσα πήραμε; Ανίκανοι να βγούμε από το λαγούμι του φόβου, μιας καθημερινότητας που καταλύεται, κλαψουρίζοντας και γλείφοντας την ανημπόρια μας; Κι αν δεν μπορούμε να χτίσουμε ολόκληρο το όνειρο μιας άλλης κοινωνίας, θα κοιτάμε μόνο προς τα κάτω προσκυνώντας ή θα τολμήσουμε να προκαλέσουμε την ιστορία, κι ας γίνουμε ένα νέο «κάστρο του Υμηττού»; «Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, πως θα γενούνε τα σκοτάδια λάμψη»; έγραφε ο ποιητής Ας είναι. Μέρες που είναι θέλησα να σταθώ δίπλα στους μαθητές μου, έξω από την σκουριά της συνήθειας. Κι ήρθε στο μυαλό μου η δική μου εικόνα σαν μαθήτρια. Κι έκρινα πως υπάρχει ακόμη ελπίδα να απολογίσουμε τους νεκρούς μας ενάντια στο φασισμό, όχι με άσκοπες και βαρετές νεκρολογίες, μα με αποφάσεις και επιλογές. Κοιτώντας τα παιδιά στα μάτια και φλογίζοντας ξανά τις καρδιές τους, με τις υποσχέσεις του δικού μας ξεσηκωμού. Για να μπορούμε κι εμείς να ιστορούμε αυτό τον ξεσηκωμό και να ζεσταίνουμε τις καρδιές των μελλούμενων γενιών, όπως οι πατεράδες και οι μανάδες μας.

«Δε μας ένοιαζε ο θάνατος. Γιατί ήμασταν νέοι, όρθιοι και κοιτούσαμε μακριά, μπροστά στην ιστορία… Στα δεκαεννιά και τα είκοσι πηγαίναμε στο εκτελεστικό απόσπασμα τραγουδώντας… »

Η ιστορία γέμισε χρονολογίες κι άδειασε από νεύρο και συναίσθημα. Και τώρα έρχεται να ξαναγραφτεί από αυτούς που την πρόδωσαν. Ήρωες οι δοσίλογοι και οι ταγματασφαλίτες, εθνικιστές που νοιάστηκαν την πατρίδα και γι’ αυτό υπηρέτησαν πιστά τους γερμανούς και το σύστημα. Καθαρά τα χέρια που χαιρετούν φασιστικά. Το αίμα το ξέπλυναν οι θύελλες της κρίσης. Μάγκες οι νταβατζήδες της κοινωνικής απόγνωσης, που προκειμένου να μην πειραχθούν τα μεγάλα αφεντικά, την στρέφουν ανάμεσα στους εργαζόμενους, τους άνεργους, τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους. Υποταγή στον φωτισμένο ηγέτη και καταρράκωση οποιασδήποτε αξιοπρέπειας και ελεύθερης σκέψης.

  • Κι είδα σχολεία που θύμιζαν φυλακές και δασκάλους που έμοιαζαν με δεσμοφύλακες. Κι είπα πως το κέρδισαν το παιχνίδι τα τέρατα. Με τέτοια σχολεία την άνοιξη θα φυτρώσουν μόνο αγκάθια.
  • Κι είδα ανθρώπους που σαν κοιτούσαν στον καθρέφτη εκείνος μαύριζε. Δεν άντεχε την ασχήμια της ψυχής που κουβαλούσαν. Κι είδα τους ίδιους ανθρώπους να στριφογυρίζουν το μαστίγιο της εξουσίας που κρατούσαν και να το κατεβάζουν σε ανυπεράσπιστους ανθρώπους.
  • Κι είδα τους μαστιγωμένους ανθρώπους να κλαίνε από ευγνωμοσύνη και να ευχαριστούν το Θεό που εξακολουθούσαν και ήταν ζωντανοί. Μάλλον πίστεψαν πως ζωή ήταν το καθημερινό μαστίγωμα.
  • Κι είδα γιατρούς να θησαυρίζουν από τις αρρώστιες που θεράπευαν και δικηγόρους να πλουτίζουν από τις παρανομίες που υπερασπίζονταν.
  • Κι είδα ανθρώπους να σπέρνουν την ανισότητα στο όνομα της ισότητας, να κατακρεουργούν τη δημοκρατία στο όνομά της και να παραγγέλνουν σκοτάδι μέρα μεσημέρι.
  • Κι είδα ανθρώπους να κάνουν το χρήμα Θεό τους, το αφεντικό πατέρα τους και την εταιρία οικογένεια τους.
  • Κι είδα φτωχούς και κατατρεγμένους, αδικημένους κι άνεργους να φιλούν το χέρι που τους πέταγε ένα ξεροκόμματο. Ήταν το ίδιο χέρι που τους έφερε στην κατάσταση που βρίσκονταν.
  • Κι είδα ανθρώπους με μόνο ρούχο τους το μίσος που αντάμωναν με τα τσακάλια κι εκείνα κρύβονταν στις τρύπες τους, που δεν άντεχαν το φως γι’ αυτό κυκλοφορούσαν νύχτα και κατά αγέλες.
  • Κι είδα ανθρώπους να βαδίζουν όρθιοι, όπως ταιριάζει σε ανθρώπους, ακόμη κι όταν οδηγούνταν στην κρεμάλα ή στο απόσπασμα. Και σκύλιαζαν οι δήμιοι και οι εκτελεστές, άφριζαν από τη λύσσα τους που δεν μπόρεσαν ποτέ να ζήσουν το ανθρώπινο μεγαλείο.
  • Κι είδα ανθρώπους ασήμαντους, τους πιο σημαντικούς της γης, να πιάνουν αγκάθι κι αυτό να γίνεται λουλούδι, να ακουμπάνε το μίσος κι αυτό από ντροπή να γίνεται αγάπη, να σφίγγουν το χέρι του διπλανού τους κι αυτό να γίνεται σιδερένιο.
  • Κι είδα κι ανθρώπους μικρούς που αποδείχτηκαν τεράστιοι, που πήραν στα χέρια τους τούς τροχούς της Ιστορίας και την πέρασαν ματωμένοι στην απέναντι όχθη, κόντρα στο ρεύμα των εποχών και των συνθηκών.

Λαοί και κυβερνήσεις ποτέ δεν έμαθαν τίποτε από την ιστορία, ούτε ενήργησαν με κριτήριο αρχές που απορρέουν από αυτήν…

  • Αυτοί οι τελευταίοι, οι μικροί κι ασήμαντοι κρατάνε Θερμοπύλες. Όχι σαν τους φημισμένους Σπαρτιάτες αλλά σαν τους άσημους Θεσπιείς που η κουφάλα η επίσημη Ιστορία τους κρατάει άγνωστους μες στους αιώνες.
  • Αυτούς τους τελευταίους τους μικρούς κι ασήμαντους ζηλεύω και θαρρώ πως δεν είμαι ο μόνος…