Μετρητής

mod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_counter
mod_vvisit_counterΣήμερα111
mod_vvisit_counterΧθές986
mod_vvisit_counterAll4254386
°F | °C
invalid location provided
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ...

 ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟ ΜΑΣ

 oikonomoia

  •  Για το καλό μας έλεγαν το κράτος πρέπει να προχωρήσει σε ιδιωτικοποιήσεις για να μην ξοδεύονται οι φόροι του πο­λίτη στις παθητικές δημόσιες επιχειρήσεις.
  •  Για το καλό μας, συνέχιζαν να λένε, το Kράτος δεν έπρεπε να παρεμβαίνει γιατί η ελεύθερη αγορά θα ρύθμιζε από μόνη της τα πράγματα και ο ανταγωνισμός θα έριχνε τις τιμές.
  • Για το καλό μας, δεν έκαναν αυξήσεις στους μισθούς και στις συντάξεις πείνας, γιατί, λέει, ο προϋπολογισμός του κράτους δε θα άντεχε κάτι τέτοιο.
  • Για το καλό μας, έπρεπε να ληφθούν μέτρα για τα ασφαλιστικά ταμεία, γιατί δεν έχουν χρήματα.
  •  Για το καλό μας, οι τραπεζίτες άνοιγαν τα ταμεία τους και πρόσφεραν παντός είδους δάνεια.
  •  Για το καλό μας, άλλωστε, βομβάρδι­σαν χώρες, για να μας απαλλάξουν από τους «κακούς» και να εξαγάγουν τη δη­μοκρατία της αγοράς και φυσικά για να εξασφαλίσουν τις πηγές ενέργειας.

Οι λέξεις «παγκοσμιοποίηση», «μεταρρυθμίσεις», «ανάπτυξη», «ανταγωνισμός», «χρηματιστήρια», «δάνεια» μπήκαν στη ζωή μας μαζί με την απαραί­τητη συναλλαγή με τις τράπεζες, που εί­χαν γίνει κυρίαρχες. Οι όποιες αξίες πα­ραμερίσθηκαν καθώς θεοποιήθηκε το χρήμα και η αρπαχτή».

Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, «διανοού­μενοι», με ελάχιστες εξαιρέσεις, έγιναν οι ιεραπόστολοι αυτής της νέας εποχής και υπηρέτησαν με ζήλο τον αχαλίνωτο αυτό αλαζονικό καπιταλισμό παρουσιάζοντάς τον ως μονόδρομο και κατακεραυνώνοντας όποιον τολμούσε να τον αμφισβητήσει.

Ιδιωτικοποιήθηκαν τα πάντα, τα κέρδη των επιχειρηματιών πολλαπλασιάζονταν χρόνο με το χρόνο, μια πολύ μικρή μερίδα στελεχών επιχειρήσεων καθώς και διε­θνών οργανισμών που προωθούσαν αυτή την πολιτική αμείβονταν με εκατομμύρια, όμως χιλιάδες εργαζόμενοι απολύθηκαν και η ανεργία εκτινάχθηκε στα ύψη, το ίδιο και οι τιμές. Οι μισθοί όσων εξακολουθούν να εργάζονται χρόνο με το χρόνο έχουν μι­κρότερη αξία, το υπουργείο Εργασίας με­τονομάστηκε σε υπουργείο Απασχόλησης και καθιερώθηκαν οι ελαστικές σχέσεις εργασίας και η υποαπασχόληση, αυξήθηκαν τα όρια συνταξιοδότησης, μειώθηκαν οι συντάξεις και η ανάπτυξη έγινε αυτο­σκοπός. Επιπλέον, τα δάνεια που μοίρα­ζαν οι τράπεζες έχουν γίνει βρόχος για πολλούς δανειολήπτες που κινδυνεύουν να χάσουν και τα σπίτια τους. Καταστρά­φηκαν χώρες, άνθρωποι έγιναν πρόσφυ­γες και οικονομικοί μετανάστες, φτηνό ερ­γατικό δυναμικό για τις επιχειρήσεις του αναπτυγμένου κόσμου, ενώ άλλοι συ­γκρούονταν με τις δυνάμεις της τάξης σε μια σειρά από χώρες, χάνοντας ορισμένοι και τη ζωή τους για ένα κομμάτι ψωμί ή μια χούφτα ρύζι.

Τίποτα δεν πτοούσε τους «ιερείς» του νεοφιλελευθερισμού. Αδιαφορούσαν για τις κραυγές των απελπισμένων, αντι­δρούσαν με βία πολλές φορές στις κινητοποιήσεις διεκδίκησης των εργαζομέ­νων και των συνταξιούχων και έσκυβαν ευλαβικά μόνο πάνω από το Σύμφωνο Σταθερότητας και τις οδηγίες της Κομισιόν, που είχαν πηγή έμπνευσης το αμε­ρικάνικο μοντέλο. Έκλεινα τα μάτια και τα αυτιά όταν τα πρώτα δείγματα της κρίσης έκαναν την εμφάνιση τους στις ΗΠΑ. Άνθρωποι έψαχναν στα σκουπίδια για να φάνε, έχαναν τα σπίτια τους και ζούσαν στους δρόμους, χωρίς περίθαλψη, αλλά οι «φιλεύσπλαχνες» κυβερνήσεις δεν ενδιαφέρονταν. Δεν επρόκειτο για τραπεζίτες και κερδοσκόπους απλοί αναλώσιμοι πολίτες ήταν, βάρος μάλλον για το σύ­στημα που έστηναν.

Όταν όμως ξέσπασε η χρηματοπιστω­τική κρίση, ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Ντομινίκ Στρος Καν, ομολογούσε: «Αποδείχτηκε ότι οι αγορές από μόνες τους δε ρυθμίζο­νται σε καμία περίπτωση. Λεγόταν αυτό από καιρό, βέβαια, χωρίς ωστόσο να ει­σακούεται». Οι τραπεζίτες, πρώην διώκτες του κράτους, ζήτησαν την παρέμβαση του και οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της ΕΕ, κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, προχώρησαν σε κρατικοποιήσεις τραπε­ζών με επικεφαλής τον πρωθυπουργό της Βρετανίας, Γκόρντον Μπράουν, ο οποίος έγραψε στους «Τάιμς» ότι δε φα­νταζόταν ποτέ ότι κάποια μέρα θα απο­φάσιζε τη μερική κρατικοποίηση τραπε­ζών. Το Σύμφωνο Σταθερότητας παραμε­ρίστηκε και καταστρώθηκαν σχέδια με τα οποία δίνονται τρισεκατομμύρια ευρώ και δολάρια για την αντιμετώπιση της κρίσης. Καταρρέει η ελεύθερη αγορά; Όχι, το αμε­ρικανικό σχέδιο Πόλσον, όπως και το σχέ­διο των ηγετών της ευρωζώνης, κάνουν απλώς ολοφάνερο ότι οι εργαζόμενοι θα φορτωθούν νέα τεράστια βάρη για τη σω­τηρία του τραπεζικού κεφαλαίου. «Καλώς ήρθατε στον No risk capitalism, έναν καπιταλισμό χωρίς κινδύνους [χρεοκοπίας] γι' αυτούς που οδηγούν τον κόσμο στην καταστροφή. Σε αυτό τον κόσμο τα κέρδη πηγαίνουν πάντα σε μια μειοψηφία, ενώ οι ζημιές είναι συλλογικές», σχολίαζε η καναδή δημοσιογράφος Ναόμι Κλάιν, και, όπως λέει, η κρίση από μόνη της δεν μπορεί να περιμένει κανείς ότι θα οδηγήσει στο θάνατο της ιδεολογίας της παντοδύναμης αγοράς. «Η ιδεολογία αυτή ήταν πάντα μια γιγάντια απάτη, ένα προκάλυμμα που έκρυβε τη συσσώ­ρευση πλούτου για τους ολίγους. Τι εντυ­πωσιακό που είναι να βλέπει κανείς εκείνους που εξήραν τις αρετές του laissez-faire να ζητούν τώρα την παρέμβαση της κυβέρνησης! Δε θα αργήσουν να ζητή­σουν και την πλήρη ασυλία των διευθυ­ντών των επιχειρήσεων. Ο Νιουι Γκίνγκριτς, πρώην πρόεδρος της Βουλής των αντιπροσώπων [στις ΗΠΑ], κατέθεσε ήδη δεκαοχτώ ιδέες για την επιστροφή στις «θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις» που εί­χαν προωθήσει οι Ρίγκαν και Θάτσερ. Ανάμεσά τους, η κατάργηση του νόμου Σαρμπάνι-Όξλεϊ, που επιχείρησε να κα­θορίσει τις ευθύνες των διευθυντών των επιχειρήσεων μετά το σκάνδαλο της Ένρον».Αυτό που συμβαίνει στην πραγ­ματικότητα, λέει η Ναόμι Κλάιν, είναι να χρησιμοποιείται η κρίση του συστήματος για την ανοικοδόμησή του.

Την ίδια στιγμή που οι κυβερνήσεις ξοδεύουν τρισεκατομμύρια για να σώ­σουν τους κερδοσκόπους των τραπεζών, οι εκθέσεις, με αφορμή την παγκόσμια ημέρα διατροφής, σχετικά με τη φτώχεια και την πείνα στον πλανήτη είναι συγκλονιστικές.

Περισσότερα από 925 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο δεν έχουν να φάνε, περίπου 77 εκατομμύρια περισ­σότεροι από πέρυσι, ενώ η επισιτιστική κρίση έχει ρίξει επιπλέον 100 εκατομμύ­ρια ανθρώπους σε εσχάτη ένδεια, ανα­κοίνωσε ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για το δικαίωμα στη διατροφή. Περίπου το 89% των ανθρώπων που υποφέρουν από πείνα, δηλαδή 750 εκατομμύρια, ζει σε χώρες της Ασίας και της Αφρικής. Αλλά και στον αναπτυγμένο κόσμο, η φτώχεια αυ­ξάνει χρόνο με το χρόνο, και πολλοί αναγκάζονται να κάνουν περικοπές στη δια­τροφή τους.

Πριν ακόμα καταρρεύσουν οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες και πέσει ο Ντάου Τζόουνς, ο αριθμός των φτωχών οικογενειών της εργατικής τάξης στις ΗΠΑ αυξανόταν, καθώς η πίτα του αμερι­κανικού εισοδήματος που τους αναλογούσε μειωνόταν. Το ποσοστό των φτω­χών οικογενειών της εργατικής τάξης αυ­ξήθηκε σε 28% το 2006 από 27% που ήταν το 2002, σύμφωνα με έκθεση του Working Poor Families Project που στη­ρίχθηκε σε κυβερνητικά στοιχεία. Σύμ­φωνα με την έκθεση, 9,6 εκατομμύρια οικογένειες της εργατικής τάξης ήταν φτωχές το 2006, από 9,2 εκατομμύρια το 2002. Το ένα τρίτο όλων των παιδιών στις ΗΠΑ ζει σε νοικοκυριό εργαζομένων με πολύ χαμηλό εισόδημα. Το γεγονός ότι ο αριθμός των φτωχών οικογενειών αυξή­θηκε κατά 350.000 από το 2002 ως το 2005, που παρουσιαζόταν ως μια πολύ καλή οικονομική περίοδος, περίοδος ευμάρειας κατά ορισμένους, είναι συγκλο­νιστικό και πολύ αποκαλυπτικό για το κρί­σιμο σταυροδρόμι της οικονομίας στο οποίο βρισκόμαστε, λέει ο Μπράντον Ρόμπερτ, ένας από τους συντάκτες της έκθεσης.

Σύμφωνα με έρευνα του BBC, στον Παναμά το 71% στρέφεται σε φθηνότερα τρόφιμα και στην Αυστραλία το 27% δηλώνει ότι έχει μειώσει τα τρόφιμα που κατανάλωνε εξαιτίας των υψηλών τι­μών. Ακολουθεί το Ηνωμένο Βασίλειο με 25% και η Γερμανία με 10%. Η έρευνα επίσης έδειξε ότι το 70% των αν­θρώπων σε παγκόσμιο επίπεδο είναι δυσαρεστημένο οπό αυτά που πρόκει­ται να κάνει η εκάστοτε κυβέρνηση προκειμένου να κρατήσει τις τιμές σε λογικά πλαίσια.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα επόμενα χρόνια θα είναι χειρότερα, και το να εκφράζει κανείς τη δυσαρέσκειά του στις δημοσκοπήσεις δεν είναι αρκετό για να αλλάξει η κατάσταση.

Για το καλό μας, μόνο αν η δυσαρέ­σκεια γίνει οργή και εκδηλωθεί οργανω­μένα και δυνατά μπορούμε να ελπίζουμε για ένα καλύτερο μέλλον.

 

ΠΑΛΛΑΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΑΠΕ -ΜΠΕ